Η αλλεργική ρινίτιδα είναι μια από τις πιο συχνές αλλεργικές παθήσεις και επηρεάζει μεγάλο μέρος του πληθυσμού, τόσο παιδιά όσο και ενήλικες.

Πρόκειται για μια φλεγμονή του ρινικού βλεννογόνου που εμφανίζεται όταν ο οργανισμός αντιδρά σε αερομεταφερόμενα αλλεργιογόνα, όπως η γύρη, τα ακάρεα της σκόνης, τα ζώα ή η μούχλα. Παρότι η πάθηση θεωρείται συχνή, δεν είναι καθόλου αθώα, καθώς επηρεάζει σημαντικά την καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής.

Τα συμπτώματα είναι χαρακτηριστικά:

υδαρή καταρροή, έντονη φαγούρα στη μύτη, επαναλαμβανόμενα φτερνίσματα, ρινική συμφόρηση και πολλές φορές ερεθισμός στο λαιμό. Συχνά συνοδεύονται από ερυθρότητα, δακρύρροια και κνησμό στα μάτια, μια κατάσταση γνωστή ως αλλεργική επιπεφυκίτιδα. Παρότι μπορεί να ξεκινούν ήπια, τα συμπτώματα τείνουν να επιμένουν και να επιβαρύνουν τον ύπνο, την ενέργεια και την απόδοση στο σχολείο ή την εργασία. Δεν είναι σπάνιο οι ασθενείς να αισθάνονται κόπωση, δυσκολία συγκέντρωσης ή ευερεθιστότητα.

Γνωρίζουμε επίσης ότι η αλλεργική ρινίτιδα σχετίζεται στενά με το άσθμα. Πολλοί ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν συμπτώματα άσθματος στην πορεία, ιδιαίτερα αν η ρινίτιδα παραμείνει χωρίς θεραπεία. Επιπλέον, αυξάνει την πιθανότητα για λοιμώξεις του αναπνευστικού, χρόνια ιγμορίτιδα, ωτίτιδες, ρινικούς πολύποδες και υπνική άπνοια.

Η εμφάνιση των συμπτωμάτων διαφέρει ανάλογα με το αλλεργιογόνο.

Εποχική αλλεργική ρινίτιδα: συνδέεται με τη γύρη φυτών και είναι πιο έντονη άνοιξη, καλοκαίρι ή φθινόπωρο, ανάλογα με την ανθοφορία.
Πολυετής αλλεργική ρινίτιδα: εκδηλώνεται όλο το χρόνο λόγω αλλεργιογόνων εσωτερικών χώρων, όπως τα ακάρεα ή τα κατοικίδια.

Στην Ελλάδα συναντούμε ιδιαίτερα συχνά αλλεργίες στη γύρη χόρτων, ελιάς και Parietaria, αλλά και στα ακάρεα, στους μύκητες (Alternaria, Cladosporium) και στα επιθήλια κατοικίδιων.

Η διάγνωση γίνεται από τον αλλεργιολόγο μέσα από λεπτομερή λήψη ιστορικού, κλινική εξέταση και εξειδικευμένες εξετάσεις όπως δερματικά τεστ, εξετάσεις αίματος και –σε ορισμένες περιπτώσεις– ρινικές δοκιμασίες. Η σύγχρονη διαγνωστική, που περιλαμβάνει ακόμα και μοριακά (ανασυνδυασμένα) αλλεργιογόνα, μας βοηθά να εντοπίσουμε με ακρίβεια τα υπεύθυνα αλλεργιογόνα, ακόμη και σε περιστατικά με πολλαπλές ευαισθησίες.

Η θεραπεία στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες:

1. Αποφυγή αλλεργιογόνων
Όπου είναι εφικτό — αν και η πλήρης αποφυγή, ειδικά της γύρης, δεν είναι πάντα δυνατή.

2. Συμπτωματική αγωγή
Περιλαμβάνει ενδορινικά κορτικοστεροειδή σπρέι και αντιισταμινικά, τα οποία προσφέρουν σημαντική ανακούφιση, χωρίς όμως να αντιμετωπίζουν την αιτία.

3. Ανοσοθεραπεία (απευαισθητοποίηση)
Η πιο στοχευμένη μορφή θεραπείας, που χορηγείται υποδορίως ή υπογλώσσια. Με σταδιακή έκθεση στο αλλεργιογόνο «εκπαιδεύει» το ανοσοποιητικό, μειώνει τα συμπτώματα, προλαμβάνει την εμφάνιση νέων αλλεργιών και περιορίζει τον κίνδυνο μελλοντικού άσθματος. Είναι ασφαλής και ιδιαίτερα αποτελεσματική όταν γίνεται από εξειδικευμένο αλλεργιολόγο, με οφέλη που διαρκούν χρόνια.

Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή θεραπευτική προσέγγιση επιτρέπουν στον ασθενή να ζει με άνεση και χωρίς περιορισμούς — και αυτός είναι πάντα ο στόχος μας.